Το Ιράν αναγκάζει τις ΗΠΑ να συζητήσουν την άρση του αποκλεισμού – Το σχέδιο του Κατάρ και οι επτά αδιαπραγμάτευτοι όροι της Τεχεράνης
(upd 6) Η διπλωματική πρωτοβουλία του Κατάρ φέρνει την Ουάσιγκτον αντιμέτωπη με τις συνέπειες της πολιτικής στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης κατά του Ιράν.
Η Τεχεράνη εμφανίζεται αποφασισμένη να μην παραχωρήσει τα διαπραγματευτικά της πλεονεκτήματα χωρίς προηγούμενες, συγκεκριμένες αμερικανικές δεσμεύσεις.
Τα Στενά του Hormuz, τα δεσμευμένα ιρανικά κεφάλαια και το πυρηνικό πρόγραμμα βρίσκονται στο επίκεντρο μιας διπλωματικής αναμέτρησης που μπορεί να καθορίσει τις ισορροπίες σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Η στρατηγική της Ουάσιγκτον να εξαναγκάσει το Ιράν σε υποχωρήσεις μέσω στρατιωτικών επιθέσεων, ναυτικού αποκλεισμού και οικονομικής ασφυξίας βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη δοκιμασία.
Η νέα διπλωματική πρωτοβουλία του Κατάρ αποτυπώνει μια πραγματικότητα που οι Ηνωμένες Πολιτείες δυσκολεύονται να παρακάμψουν: καμία βιώσιμη συμφωνία με την Τεχεράνη δεν μπορεί να επιτευχθεί εάν προηγουμένως δεν αντιμετωπιστούν οι αμερικανικές κυρώσεις, ο ναυτικός αποκλεισμός και η δέσμευση ιρανικών περιουσιακών στοιχείων.
Η κινητικότητα συμπίπτει με την αυξανόμενη πολιτική πίεση στον Donald Trump, μετά τη βαριά ήττα των Ρεπουμπλικάνων στις ενδιάμεσες εκλογές, που παρέδωσαν τον έλεγχο του Κογκρέσου στους Δημοκρατικούς.
Ενδεικτικό της αναζήτησης διεξόδου είναι ότι ο Trump επικοινώνησε προσωπικά με τον εμίρη του Κατάρ, Tamim bin Hamad Al Thani, συζητώντας τις δυνατότητες αποκλιμάκωσης.
Ωστόσο, η Τεχεράνη δεν εγκαταλείπει τις βασικές απαιτήσεις της.
Μήνυμα Κατάρ σε ΗΠΑ και Ιράν: Ξεχάστε την τέλεια συμφωνία – Συμβιβαστείτε για να τελειώσει ο πόλεμος
Σαφές μήνυμα προς την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη απηύθυνε ο πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών του Κατάρ, σεΐχης Mohammed bin Abdulrahman Al-Thani, τονίζοντας ότι η αναζήτηση μιας «τέλειας συμφωνίας» κινδυνεύει να υπονομεύσει τις προσπάθειες τερματισμού του πολέμου.
Ο επικεφαλής της κυβέρνησης του Κατάρ υπογράμμισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν πρέπει να επιδείξουν πολιτικό ρεαλισμό και να δεχθούν μια καλή και εφαρμόσιμη συμφωνία αντί να επιμένουν σε ένα ιδανικό αποτέλεσμα που ενδέχεται να μην επιτευχθεί ποτέ.
Η παρέμβασή του πραγματοποιείται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία, καθώς το Κατάρ συνεχίζει τις εντατικές διαμεσολαβητικές προσπάθειες μεταξύ των δύο πλευρών.

Trump: Διαπραγματευόμαστε με το Ιράν, τα πηγαίνουμε πολύ καλά
Σε μια επικίνδυνη διπλωματική και στρατιωτική ισορροπία κινείται η Ουάσιγκτον, καθώς ο Donald Trump επιβεβαιώνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν τις συνομιλίες με το Ιράν, ενώ ταυτόχρονα εξετάζουν την επανέναρξη μεγάλης κλίμακας επιθέσεων.
«Τα πηγαίνουμε πολύ καλά με το Ιράν. Έχουμε μιλήσει και συνεχίζουμε να μιλάμε», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος σε δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο, χωρίς να αποκαλύψει το περιεχόμενο των επαφών.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι το Στενό του Hormuz έχει ανοίξει για τη ναυσιπλοΐα χάρη στις αμερικανικές ενέργειες, ισχυρισμός που δεν επιβεβαιώνει από μόνος του πλήρη αποκατάσταση της κυκλοφορίας.
Σχέδιο δύο σταδίων και 48 ωρών από το Κατάρ
Σύμφωνα με αποκαλυπτικό δημοσίευμα του Axios, οι διαμεσολαβητές του Κατάρ έχουν παρουσιάσει ένα σχέδιο δύο σταδίων, το οποίο προβλέπει αμοιβαίες κινήσεις από την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη μέσα σε μόλις 48 ώρες. Στόχος είναι να περιοριστεί ο κίνδυνος νέας πολεμικής κλιμάκωσης και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις επανέναρξης των συνομιλιών για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Το σημαντικότερο στοιχείο της πρότασης δεν βρίσκεται μόνο στο εξαιρετικά συμπιεσμένο χρονοδιάγραμμα.
Βρίσκεται κυρίως στη σειρά εφαρμογής των μέτρων.
Για πρώτη φορά στο συγκεκριμένο διαπραγματευτικό πλαίσιο, η άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού και η αποδέσμευση ιρανικών κεφαλαίων τοποθετούνται πριν από την επανέναρξη των ουσιαστικών πυρηνικών διαπραγματεύσεων.
Πρόκειται για μια προσέγγιση που ανταποκρίνεται σε βασική επιδίωξη της Τεχεράνης: να μη μετατραπεί η διπλωματία σε μηχανισμό μονομερών ιρανικών παραχωρήσεων υπό την απειλή στρατιωτικής ισχύος.

Πρώτα άρση του αποκλεισμού, μετά άνοιγμα του Hormuz
Η πρόταση του Κατάρ περιλαμβάνει δύο διαδοχικά στάδια, με συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τις δύο πλευρές.
Κατά την πρώτη ημέρα εφαρμογής, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προχωρήσουν στην άρση του ναυτικού αποκλεισμού που έχουν επιβάλει στο Ιράν, ενώ ταυτόχρονα θα αποδεσμευτεί μέρος των ιρανικών περιουσιακών στοιχείων που παραμένουν παγωμένα στο εξωτερικό.
Σε αντάλλαγμα, η Τεχεράνη θα απευθύνει επίσημη πρόσκληση στον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας (IAEA), προκειμένου οι επιθεωρητές του να επισκεφθούν τις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις που έχουν υποστεί βομβαρδισμούς.
Η συγκεκριμένη διαδικασία θα βασιστεί στο πλαίσιο συμφωνίας που είχε διαμορφωθεί στο Κάιρο ένα χρόνο νωρίτερα.
Τη δεύτερη ημέρα, το Ιράν θα προχωρήσει στην επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz για τη ναυσιπλοΐα, ανοίγοντας τον δρόμο για την αποκατάσταση μιας από τις σημαντικότερες θαλάσσιες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη.
Στη συνέχεια θα επαναληφθούν οι διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, με κεντρικό ζήτημα το απόθεμα ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού που διαθέτει η χώρα.
Η ουσία της πρότασης είναι σαφής: οι ΗΠΑ καλούνται να πραγματοποιήσουν απτές κινήσεις αποκλιμάκωσης, αντί να απαιτούν από το Ιράν να προσφέρει εκ των προτέρων όλες τις παραχωρήσεις του.

Η Τεχεράνη δεν διαπραγματεύεται υπό καθεστώς εκβιασμού
Η ιρανική στάση στηρίζεται σε μια σταθερή στρατηγική αντίληψη: η κυριαρχία, η εθνική ασφάλεια και τα οικονομικά δικαιώματα της χώρας δεν μπορούν να τεθούν υπό διαπραγμάτευση όσο συνεχίζεται η πολιτική της καταναγκαστικής πίεσης.
Το Ιράν έχει καταστήσει σαφές ότι δεν πρόκειται να ανοίξει τα Στενά του Hormuz ούτε να επιστρέψει σε ουσιαστικές συνομιλίες εάν η Ουάσιγκτον δεν ικανοποιήσει προηγουμένως τις επτά προϋποθέσεις που έχει θέσει.
Μεταξύ των βασικών ιρανικών απαιτήσεων περιλαμβάνονται η άρση των αμερικανικών κυρώσεων, η αποδέσμευση των παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων και η καταβολή αποζημιώσεων για τις καταστροφές που προκάλεσε ο πόλεμος.
Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε στις 5 Νοεμβρίου από ανώτερο Ιρανό αξιωματούχο, ο οποίος δήλωσε στο Reuters ότι η Τεχεράνη έχει ήδη διαβιβάσει μέσω του Κατάρ πυρηνική πρόταση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά οι συνομιλίες θα μπορούσαν να αρχίσουν μόνο αφού ικανοποιηθούν οι ιρανικοί όροι.
Η ιρανική ηγεσία επιχειρεί έτσι να αποτρέψει την επανάληψη ενός διαπραγματευτικού μοντέλου στο οποίο η Ουάσιγκτον θα διατηρούσε ακέραια τα εργαλεία οικονομικής και στρατιωτικής πίεσης, ενώ η Τεχεράνη θα υποχρεωνόταν να προχωρά σε διαδοχικές υποχωρήσεις.
Το μήνυμα του Ιράν είναι ότι η διπλωματία δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά με έναν συνομιλητή υπό αποκλεισμό και έναν άλλον να διατηρεί το δικαίωμα να απειλεί με νέους βομβαρδισμούς.
Εν τω μεταξύ αυστηρή προειδοποίηση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες απηύθυνε ο εκπρόσωπος του ιρανικού στρατού, ταξίαρχος Amir Akraminia, ξεκαθαρίζοντας ότι καμία στρατιωτική επιχείρηση ή επιθετική ενέργεια δεν πρόκειται να οδηγήσει στο άνοιγμα του Στενού του Hormuz.

Τα Στενά του Hormuz ως στρατηγικό πλεονέκτημα του Ιράν
Η σημασία των Στενών του Hormuz υπερβαίνει κατά πολύ τα γεωγραφικά όρια του Περσικού Κόλπου.
Αποτελεί μία από τις κρισιμότερες θαλάσσιες διόδους μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου διεθνώς.
Η διακοπή της ομαλής ναυσιπλοΐας έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις ενεργειακές αγορές και έχει αναδείξει την αλληλεξάρτηση της παγκόσμιας οικονομίας με την ασφάλεια της περιοχής.
Για την Τεχεράνη, ο έλεγχος της κατάστασης στο Hormuz αποτελεί ισχυρό διαπραγματευτικό μέσο απέναντι στην αμερικανική ναυτική παρουσία και στις οικονομικές κυρώσεις.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει την αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, χωρίς όμως να έχει αποδεχθεί μέχρι στιγμής το σύνολο των ιρανικών προϋποθέσεων.
Από την άλλη πλευρά, το Ιράν θεωρεί ότι δεν μπορεί να του ζητείται να διευκολύνει την ομαλή λειτουργία του διεθνούς εμπορίου, την ώρα που οι δικές του θαλάσσιες και οικονομικές δραστηριότητες υπόκεινται σε αμερικανικούς περιορισμούς.
Αυτή η αντίφαση βρίσκεται στον πυρήνα της αντιπαράθεσης.
Η ιρανική θέση συνοψίζεται στην απαίτηση για αμοιβαιότητα: η αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στο Hormuz πρέπει να συνοδεύεται από την αποκατάσταση των αντίστοιχων δικαιωμάτων του ίδιου του Ιράν.
Ταυτόχρονα, η παρατεταμένη διατάραξη της ναυσιπλοΐας συνεπάγεται υψηλό κόστος για τρίτες χώρες, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο επιτακτική μια συνολική διπλωματική διευθέτηση.

Η Ουάσιγκτον ανάμεσα στη διπλωματία και την απειλή νέου πολέμου
Η αμερικανική κυβέρνηση εξακολουθεί να εμφανίζεται διχασμένη ανάμεσα στη συνέχιση της στρατιωτικής πίεσης και στην αναζήτηση πολιτικής συμφωνίας.
Ο Donald Trump εξετάζει διαφορετικές επιλογές, οι οποίες περιλαμβάνουν νέες στρατιωτικές επιθέσεις εναντίον του Ιράν, διατήρηση της οικονομικής πίεσης ή επίτευξη μιας συμφωνίας που θα απαιτήσει παραχωρήσεις και από την αμερικανική πλευρά.
Το Axios αναφέρει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος συζήτησε τις επιλογές αυτές με τους συμβούλους εθνικής ασφάλειας, ενώ παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξης μεγάλης κλίμακας πολεμικών επιχειρήσεων.
Η συνέχιση αυτής της αβεβαιότητας δημιουργεί ένα σοβαρό πρόβλημα αξιοπιστίας για την αμερικανική διπλωματία.
Πώς μπορεί η Ουάσιγκτον να απαιτεί από το Ιράν κινήσεις οικοδόμησης εμπιστοσύνης, όταν ταυτόχρονα διατηρεί ανοιχτή την επιλογή νέων στρατιωτικών πληγμάτων;
Και πώς μπορεί να διαμορφωθεί μια σταθερή πυρηνική συμφωνία, όταν η μία πλευρά αντιμετωπίζει την άρση του αποκλεισμού ως διαπραγματευτικό αντάλλαγμα και η άλλη ως αναγκαία προϋπόθεση για την έναρξη των συνομιλιών;
Οι αντιφάσεις αυτές αναδεικνύουν τα όρια της στρατηγικής της μέγιστης πίεσης.
Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και οι οικονομικές κυρώσεις έχουν προκαλέσει τεράστιο κόστος, χωρίς να εξαλείψουν την ικανότητα της Τεχεράνης να θέτει ουσιαστικούς όρους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Το πυρηνικό ζήτημα και το δικαίωμα του Ιράν στην κυριαρχία
Η Ουάσιγκτον επιμένει ότι το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα πρέπει να αποτελέσει κεντρικό αντικείμενο των συνομιλιών από την πρώτη στιγμή.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στην πρόσβαση των επιθεωρητών του IAEA στις εγκαταστάσεις που έχουν βομβαρδιστεί και στη μελλοντική διαχείριση των ιρανικών αποθεμάτων ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού.
Η Τεχεράνη, αντιθέτως, συνδέει την πρόοδο στο πυρηνικό ζήτημα με την προηγούμενη άρση των μέτρων οικονομικού εξαναγκασμού.
Η προσέγγιση αυτή δεν συνιστά κατ' ανάγκη άρνηση διπλωματικού ελέγχου.
Η ίδια η πρόταση που συζητείται προβλέπει την επίσημη πρόσκληση διεθνών επιθεωρητών στις πληγείσες πυρηνικές εγκαταστάσεις.
Αποτελεί, ωστόσο, σαφή άρνηση να αντιμετωπιστεί το πυρηνικό πρόγραμμα ως ζήτημα αποκομμένο από τον πόλεμο, τις κυρώσεις και την ασφάλεια της χώρας.
Για το Ιράν, η διεθνής επιτήρηση πρέπει να εντάσσεται σε ένα πλαίσιο αμοιβαίων υποχρεώσεων και σεβασμού της κρατικής κυριαρχίας, όχι να επιβάλλεται ως αποτέλεσμα στρατιωτικών απειλών.
Η Τεχεράνη επιδιώκει συνεπώς να μεταφέρει το βάρος της διαπραγμάτευσης από τη μονομερή απαίτηση πυρηνικών παραχωρήσεων σε μια ευρύτερη συμφωνία ασφάλειας και οικονομικής αποκλιμάκωσης.

Το Κατάρ αναγνωρίζει την ανάγκη πραγματικών ανταλλαγμάτων
Ο ρόλος του Κατάρ αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε αυτή τη συγκυρία.
Οι διαμεσολαβητές του διατηρούν επαφές τόσο με Ιρανούς αξιωματούχους όσο και με τον Λευκό Οίκο, αναζητώντας μια συμφωνία που θα αποτρέψει την επιστροφή σε εκτεταμένες εχθροπραξίες.
Η πρόταση των δύο ημερών αποτελεί προσπάθεια υπέρβασης του βασικού αδιεξόδου: οι ΗΠΑ απαιτούν πυρηνικές παραχωρήσεις, ενώ το Ιράν απαιτεί να προηγηθούν η άρση του αποκλεισμού και η οικονομική αποσυμπίεση.
Είναι ενδεικτικό ότι η ιρανική πλευρά είχε προηγουμένως παρουσιάσει τον Σεπτέμβριο σχέδιο εφαρμογής αμοιβαίων μέτρων σε διάστημα επτά ημερών, αποδεχόμενη στη συνέχεια τη συμπίεση του χρονοδιαγράμματος στις δύο ημέρες, χωρίς να εγκαταλείψει τις βασικές προϋποθέσεις της.
Αυτή η προσαρμογή δείχνει ότι η Τεχεράνη διατηρεί περιθώρια διαδικαστικής ευελιξίας, χωρίς να θεωρεί αναγκαία την υποχώρηση επί της ουσίας.
Η διπλωματική κινητικότητα δεν σημαίνει, πάντως, ότι υπάρχει ήδη συμφωνία.
Ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Τεχεράνη έχουν αποδεχθεί επίσημα το σύνολο του σχεδίου των 48 ωρών.
Οι διαφωνίες παραμένουν σημαντικές, ιδιαίτερα ως προς τη χρονική σειρά των ενεργειών και το μέλλον του ιρανικού πυρηνικού υλικού.

Η κρίσιμη απόφαση βρίσκεται πλέον στην Ουάσιγκτον
Η διπλωματική πρωτοβουλία του Κατάρ αποκαλύπτει μια ουσιαστική μεταβολή στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης.
Το Ιράν, παρά τις στρατιωτικές επιθέσεις και την εκτεταμένη οικονομική πίεση που έχει δεχθεί, εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά μέσα διαπραγμάτευσης και να υπερασπίζεται τις βασικές του απαιτήσεις.
Η Ουάσιγκτον βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια επιλογή με ευρύτερες συνέπειες.
Μπορεί να συνεχίσει την πολιτική του εξαναγκασμού, διακινδυνεύοντας νέα πολεμική κλιμάκωση, περαιτέρω αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής και πρόσθετες αναταράξεις στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Ή μπορεί να αποδεχθεί ότι η αποκλιμάκωση απαιτεί συγκεκριμένα ανταλλάγματα, άρση περιορισμών και διαπραγμάτευση στη βάση αμοιβαίων δεσμεύσεων.
Η δεύτερη επιλογή δεν σημαίνει ότι οι διαφωνίες για το πυρηνικό πρόγραμμα εξαφανίζονται.
Σημαίνει ότι μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσα από μια πολιτική διαδικασία, αντί να χρησιμοποιούνται ως διαρκής αιτιολόγηση για στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Η επιστροφή στην ομαλότητα περνά αναγκαστικά μέσα από τον σεβασμό των ιρανικών απαιτήσεων
Η Τεχεράνη επιδιώκει να αποδείξει ότι δεν μπορεί να εξαναγκαστεί σε μια συμφωνία υποταγής και ότι η επιστροφή στην ομαλότητα περνά αναγκαστικά μέσα από τον σεβασμό των ιρανικών απαιτήσεων.
Το σχέδιο του Κατάρ δεν αποτελεί ακόμη διπλωματική νίκη για καμία πλευρά.
Αποδεικνύει, όμως, ότι η αμερικανική πίεση δεν έχει καταστήσει περιττή τη διαπραγμάτευση με το Ιράν.
Αντίθετα, οι ΗΠΑ καλούνται να εξετάσουν την άρση μέτρων που μέχρι πρόσφατα αποτελούσαν βασικά εργαλεία της στρατηγικής τους.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο εάν το Ιράν θα επιτρέψει ξανά την απρόσκοπτη διέλευση των πλοίων από το Hormuz.
Είναι εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμες να εγκαταλείψουν τη λογική ότι μπορούν να επιβάλλουν μονομερώς τους όρους της ειρήνης.
Διότι μια συμφωνία που θα στηρίζεται αποκλειστικά στην αμερικανική στρατιωτική υπεροχή δεν εγγυάται τη σταθερότητα.
Αντίθετα, μια συμφωνία που θα αναγνωρίζει την κυριαρχία, τα οικονομικά δικαιώματα και τις θεμιτές ανησυχίες ασφαλείας του Ιράν μπορεί να αποτελέσει αφετηρία ουσιαστικής αποκλιμάκωσης.
Και αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη δοκιμασία της αμερικανικής πολιτικής: να αποδεχθεί ότι η ειρήνη στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να οικοδομηθεί ερήμην της Τεχεράνης.

Ομολογία Ισραήλ: Trump και Netanyahu απέτυχαν παταγωδώς στο Ιράν – Δύο πόλεμοι, καμία νίκη
Σφοδρή κριτική στην πολεμική στρατηγική των ΗΠΑ και του Ισραήλ ασκεί η ισραηλινή εφημερίδα Maariv, υποστηρίζοντας ότι οι Donald Trump και Benjamin Netanyahu απέτυχαν να επιτύχουν τους βασικούς στόχους τους απέναντι στο Ιράν.
Ο στρατιωτικός αναλυτής Avi Ashkenazi αμφισβητεί ευθέως τις θριαμβευτικές δηλώσεις των δύο ηγετών, χαρακτηρίζοντας τις εξαγγελίες περί εξάλειψης της ιρανικής απειλής αποκομμένες από την πραγματικότητα.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, το Ιράν βγήκε από δύο πολεμικές αναμετρήσεις διατηρώντας σημαντικά στρατηγικά πλεονεκτήματα, παρά τους εκτεταμένους βομβαρδισμούς.
Η ιρανική κυβέρνηση παραμένει στην εξουσία, η Τεχεράνη επιχειρεί να ανασυγκροτήσει το βαλλιστικό της οπλοστάσιο, ενώ το πυρηνικό πρόγραμμα εξακολουθεί να αποτελεί άλυτο ζήτημα.
Παράλληλα, η επιρροή του Ιράν στη ναυσιπλοΐα του Στενού του Hormuz του επιτρέπει να επηρεάζει τις διεθνείς ενεργειακές αγορές, αυξάνοντας το οικονομικό κόστος της σύγκρουσης.
Η Maariv επισημαίνει ότι οι διακηρύξεις περί ολοκληρωτικής νίκης δεν συμβαδίζουν με τη διατήρηση αυτών των ιρανικών δυνατοτήτων.
Το Ιράν διαψεύδει Times για διανομή χαπιών ιωδίου κοντά σε πυρηνικές εγκαταστάσεις
Εν τω μεταξύ κατηγορηματική διάψευση δημοσιεύματος των βρετανικών Times εξέδωσε το υπουργείο Υγείας του Ιράν, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς περί διανομής χαπιών ιωδίου σε κατοίκους περιοχών κοντά σε ευαίσθητες πυρηνικές εγκαταστάσεις.
Ο διευθυντής Δημοσίων Σχέσεων του ιρανικού υπουργείου Υγείας, Hossein Kermanpour, ξεκαθάρισε ότι κανένας αρμόδιος αξιωματούχος δεν παραχώρησε συνέντευξη στους Times.
«Κανένας αξιωματούχος του υπουργείου Υγείας δεν έχει μιλήσει στους Times και η δήλωση που αποδίδεται στο υπουργείο είναι ψευδής», υπογράμμισε.
Το βρετανικό δημοσίευμα, επικαλούμενο ανώνυμες πηγές, υποστήριζε ότι οι ιρανικές αρχές διανέμουν δισκία ιωδίου σε κατοίκους που διαμένουν σε ακτίνα δύο έως τριών χιλιομέτρων από πυρηνικές εγκαταστάσεις.
Ο Kermanpour τόνισε ότι το ιρανικό σύστημα υγείας παραμένει προετοιμασμένο να αντιμετωπίσει διαφορετικά σενάρια έκτακτης ανάγκης και απειλές.
Παράλληλα, επισήμανε ότι η κήρυξη πολεμικής κατάστασης δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες του υπουργείου Υγείας.
«Η δημοσίευση ανεπιβεβαίωτων ειδήσεων υπό αυτές τις συνθήκες είναι ανεύθυνη», ανέφερε χαρακτηριστικά.

www.bankingnews.gr
Η Τεχεράνη εμφανίζεται αποφασισμένη να μην παραχωρήσει τα διαπραγματευτικά της πλεονεκτήματα χωρίς προηγούμενες, συγκεκριμένες αμερικανικές δεσμεύσεις.
Τα Στενά του Hormuz, τα δεσμευμένα ιρανικά κεφάλαια και το πυρηνικό πρόγραμμα βρίσκονται στο επίκεντρο μιας διπλωματικής αναμέτρησης που μπορεί να καθορίσει τις ισορροπίες σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Η στρατηγική της Ουάσιγκτον να εξαναγκάσει το Ιράν σε υποχωρήσεις μέσω στρατιωτικών επιθέσεων, ναυτικού αποκλεισμού και οικονομικής ασφυξίας βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη δοκιμασία.
Η νέα διπλωματική πρωτοβουλία του Κατάρ αποτυπώνει μια πραγματικότητα που οι Ηνωμένες Πολιτείες δυσκολεύονται να παρακάμψουν: καμία βιώσιμη συμφωνία με την Τεχεράνη δεν μπορεί να επιτευχθεί εάν προηγουμένως δεν αντιμετωπιστούν οι αμερικανικές κυρώσεις, ο ναυτικός αποκλεισμός και η δέσμευση ιρανικών περιουσιακών στοιχείων.
Η κινητικότητα συμπίπτει με την αυξανόμενη πολιτική πίεση στον Donald Trump, μετά τη βαριά ήττα των Ρεπουμπλικάνων στις ενδιάμεσες εκλογές, που παρέδωσαν τον έλεγχο του Κογκρέσου στους Δημοκρατικούς.
Ενδεικτικό της αναζήτησης διεξόδου είναι ότι ο Trump επικοινώνησε προσωπικά με τον εμίρη του Κατάρ, Tamim bin Hamad Al Thani, συζητώντας τις δυνατότητες αποκλιμάκωσης.
Ωστόσο, η Τεχεράνη δεν εγκαταλείπει τις βασικές απαιτήσεις της.
Μήνυμα Κατάρ σε ΗΠΑ και Ιράν: Ξεχάστε την τέλεια συμφωνία – Συμβιβαστείτε για να τελειώσει ο πόλεμος
Σαφές μήνυμα προς την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη απηύθυνε ο πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών του Κατάρ, σεΐχης Mohammed bin Abdulrahman Al-Thani, τονίζοντας ότι η αναζήτηση μιας «τέλειας συμφωνίας» κινδυνεύει να υπονομεύσει τις προσπάθειες τερματισμού του πολέμου.
Ο επικεφαλής της κυβέρνησης του Κατάρ υπογράμμισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν πρέπει να επιδείξουν πολιτικό ρεαλισμό και να δεχθούν μια καλή και εφαρμόσιμη συμφωνία αντί να επιμένουν σε ένα ιδανικό αποτέλεσμα που ενδέχεται να μην επιτευχθεί ποτέ.
Η παρέμβασή του πραγματοποιείται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία, καθώς το Κατάρ συνεχίζει τις εντατικές διαμεσολαβητικές προσπάθειες μεταξύ των δύο πλευρών.

Trump: Διαπραγματευόμαστε με το Ιράν, τα πηγαίνουμε πολύ καλά
Σε μια επικίνδυνη διπλωματική και στρατιωτική ισορροπία κινείται η Ουάσιγκτον, καθώς ο Donald Trump επιβεβαιώνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν τις συνομιλίες με το Ιράν, ενώ ταυτόχρονα εξετάζουν την επανέναρξη μεγάλης κλίμακας επιθέσεων.
«Τα πηγαίνουμε πολύ καλά με το Ιράν. Έχουμε μιλήσει και συνεχίζουμε να μιλάμε», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος σε δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο, χωρίς να αποκαλύψει το περιεχόμενο των επαφών.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι το Στενό του Hormuz έχει ανοίξει για τη ναυσιπλοΐα χάρη στις αμερικανικές ενέργειες, ισχυρισμός που δεν επιβεβαιώνει από μόνος του πλήρη αποκατάσταση της κυκλοφορίας.
Σχέδιο δύο σταδίων και 48 ωρών από το Κατάρ
Σύμφωνα με αποκαλυπτικό δημοσίευμα του Axios, οι διαμεσολαβητές του Κατάρ έχουν παρουσιάσει ένα σχέδιο δύο σταδίων, το οποίο προβλέπει αμοιβαίες κινήσεις από την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη μέσα σε μόλις 48 ώρες. Στόχος είναι να περιοριστεί ο κίνδυνος νέας πολεμικής κλιμάκωσης και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις επανέναρξης των συνομιλιών για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Το σημαντικότερο στοιχείο της πρότασης δεν βρίσκεται μόνο στο εξαιρετικά συμπιεσμένο χρονοδιάγραμμα.
Βρίσκεται κυρίως στη σειρά εφαρμογής των μέτρων.
Για πρώτη φορά στο συγκεκριμένο διαπραγματευτικό πλαίσιο, η άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού και η αποδέσμευση ιρανικών κεφαλαίων τοποθετούνται πριν από την επανέναρξη των ουσιαστικών πυρηνικών διαπραγματεύσεων.
Πρόκειται για μια προσέγγιση που ανταποκρίνεται σε βασική επιδίωξη της Τεχεράνης: να μη μετατραπεί η διπλωματία σε μηχανισμό μονομερών ιρανικών παραχωρήσεων υπό την απειλή στρατιωτικής ισχύος.

Πρώτα άρση του αποκλεισμού, μετά άνοιγμα του Hormuz
Η πρόταση του Κατάρ περιλαμβάνει δύο διαδοχικά στάδια, με συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τις δύο πλευρές.
Κατά την πρώτη ημέρα εφαρμογής, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προχωρήσουν στην άρση του ναυτικού αποκλεισμού που έχουν επιβάλει στο Ιράν, ενώ ταυτόχρονα θα αποδεσμευτεί μέρος των ιρανικών περιουσιακών στοιχείων που παραμένουν παγωμένα στο εξωτερικό.
Σε αντάλλαγμα, η Τεχεράνη θα απευθύνει επίσημη πρόσκληση στον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας (IAEA), προκειμένου οι επιθεωρητές του να επισκεφθούν τις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις που έχουν υποστεί βομβαρδισμούς.
Η συγκεκριμένη διαδικασία θα βασιστεί στο πλαίσιο συμφωνίας που είχε διαμορφωθεί στο Κάιρο ένα χρόνο νωρίτερα.
Τη δεύτερη ημέρα, το Ιράν θα προχωρήσει στην επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz για τη ναυσιπλοΐα, ανοίγοντας τον δρόμο για την αποκατάσταση μιας από τις σημαντικότερες θαλάσσιες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη.
Στη συνέχεια θα επαναληφθούν οι διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, με κεντρικό ζήτημα το απόθεμα ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού που διαθέτει η χώρα.
Η ουσία της πρότασης είναι σαφής: οι ΗΠΑ καλούνται να πραγματοποιήσουν απτές κινήσεις αποκλιμάκωσης, αντί να απαιτούν από το Ιράν να προσφέρει εκ των προτέρων όλες τις παραχωρήσεις του.

Η Τεχεράνη δεν διαπραγματεύεται υπό καθεστώς εκβιασμού
Η ιρανική στάση στηρίζεται σε μια σταθερή στρατηγική αντίληψη: η κυριαρχία, η εθνική ασφάλεια και τα οικονομικά δικαιώματα της χώρας δεν μπορούν να τεθούν υπό διαπραγμάτευση όσο συνεχίζεται η πολιτική της καταναγκαστικής πίεσης.
Το Ιράν έχει καταστήσει σαφές ότι δεν πρόκειται να ανοίξει τα Στενά του Hormuz ούτε να επιστρέψει σε ουσιαστικές συνομιλίες εάν η Ουάσιγκτον δεν ικανοποιήσει προηγουμένως τις επτά προϋποθέσεις που έχει θέσει.
Μεταξύ των βασικών ιρανικών απαιτήσεων περιλαμβάνονται η άρση των αμερικανικών κυρώσεων, η αποδέσμευση των παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων και η καταβολή αποζημιώσεων για τις καταστροφές που προκάλεσε ο πόλεμος.
Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε στις 5 Νοεμβρίου από ανώτερο Ιρανό αξιωματούχο, ο οποίος δήλωσε στο Reuters ότι η Τεχεράνη έχει ήδη διαβιβάσει μέσω του Κατάρ πυρηνική πρόταση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά οι συνομιλίες θα μπορούσαν να αρχίσουν μόνο αφού ικανοποιηθούν οι ιρανικοί όροι.
Η ιρανική ηγεσία επιχειρεί έτσι να αποτρέψει την επανάληψη ενός διαπραγματευτικού μοντέλου στο οποίο η Ουάσιγκτον θα διατηρούσε ακέραια τα εργαλεία οικονομικής και στρατιωτικής πίεσης, ενώ η Τεχεράνη θα υποχρεωνόταν να προχωρά σε διαδοχικές υποχωρήσεις.
Το μήνυμα του Ιράν είναι ότι η διπλωματία δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά με έναν συνομιλητή υπό αποκλεισμό και έναν άλλον να διατηρεί το δικαίωμα να απειλεί με νέους βομβαρδισμούς.
Εν τω μεταξύ αυστηρή προειδοποίηση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες απηύθυνε ο εκπρόσωπος του ιρανικού στρατού, ταξίαρχος Amir Akraminia, ξεκαθαρίζοντας ότι καμία στρατιωτική επιχείρηση ή επιθετική ενέργεια δεν πρόκειται να οδηγήσει στο άνοιγμα του Στενού του Hormuz.

Τα Στενά του Hormuz ως στρατηγικό πλεονέκτημα του Ιράν
Η σημασία των Στενών του Hormuz υπερβαίνει κατά πολύ τα γεωγραφικά όρια του Περσικού Κόλπου.
Αποτελεί μία από τις κρισιμότερες θαλάσσιες διόδους μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου διεθνώς.
Η διακοπή της ομαλής ναυσιπλοΐας έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις ενεργειακές αγορές και έχει αναδείξει την αλληλεξάρτηση της παγκόσμιας οικονομίας με την ασφάλεια της περιοχής.
Για την Τεχεράνη, ο έλεγχος της κατάστασης στο Hormuz αποτελεί ισχυρό διαπραγματευτικό μέσο απέναντι στην αμερικανική ναυτική παρουσία και στις οικονομικές κυρώσεις.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει την αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, χωρίς όμως να έχει αποδεχθεί μέχρι στιγμής το σύνολο των ιρανικών προϋποθέσεων.
Από την άλλη πλευρά, το Ιράν θεωρεί ότι δεν μπορεί να του ζητείται να διευκολύνει την ομαλή λειτουργία του διεθνούς εμπορίου, την ώρα που οι δικές του θαλάσσιες και οικονομικές δραστηριότητες υπόκεινται σε αμερικανικούς περιορισμούς.
Αυτή η αντίφαση βρίσκεται στον πυρήνα της αντιπαράθεσης.
Η ιρανική θέση συνοψίζεται στην απαίτηση για αμοιβαιότητα: η αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στο Hormuz πρέπει να συνοδεύεται από την αποκατάσταση των αντίστοιχων δικαιωμάτων του ίδιου του Ιράν.
Ταυτόχρονα, η παρατεταμένη διατάραξη της ναυσιπλοΐας συνεπάγεται υψηλό κόστος για τρίτες χώρες, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο επιτακτική μια συνολική διπλωματική διευθέτηση.

Η Ουάσιγκτον ανάμεσα στη διπλωματία και την απειλή νέου πολέμου
Η αμερικανική κυβέρνηση εξακολουθεί να εμφανίζεται διχασμένη ανάμεσα στη συνέχιση της στρατιωτικής πίεσης και στην αναζήτηση πολιτικής συμφωνίας.
Ο Donald Trump εξετάζει διαφορετικές επιλογές, οι οποίες περιλαμβάνουν νέες στρατιωτικές επιθέσεις εναντίον του Ιράν, διατήρηση της οικονομικής πίεσης ή επίτευξη μιας συμφωνίας που θα απαιτήσει παραχωρήσεις και από την αμερικανική πλευρά.
Το Axios αναφέρει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος συζήτησε τις επιλογές αυτές με τους συμβούλους εθνικής ασφάλειας, ενώ παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξης μεγάλης κλίμακας πολεμικών επιχειρήσεων.
Η συνέχιση αυτής της αβεβαιότητας δημιουργεί ένα σοβαρό πρόβλημα αξιοπιστίας για την αμερικανική διπλωματία.
Πώς μπορεί η Ουάσιγκτον να απαιτεί από το Ιράν κινήσεις οικοδόμησης εμπιστοσύνης, όταν ταυτόχρονα διατηρεί ανοιχτή την επιλογή νέων στρατιωτικών πληγμάτων;
Και πώς μπορεί να διαμορφωθεί μια σταθερή πυρηνική συμφωνία, όταν η μία πλευρά αντιμετωπίζει την άρση του αποκλεισμού ως διαπραγματευτικό αντάλλαγμα και η άλλη ως αναγκαία προϋπόθεση για την έναρξη των συνομιλιών;
Οι αντιφάσεις αυτές αναδεικνύουν τα όρια της στρατηγικής της μέγιστης πίεσης.
Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και οι οικονομικές κυρώσεις έχουν προκαλέσει τεράστιο κόστος, χωρίς να εξαλείψουν την ικανότητα της Τεχεράνης να θέτει ουσιαστικούς όρους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Το πυρηνικό ζήτημα και το δικαίωμα του Ιράν στην κυριαρχία
Η Ουάσιγκτον επιμένει ότι το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα πρέπει να αποτελέσει κεντρικό αντικείμενο των συνομιλιών από την πρώτη στιγμή.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στην πρόσβαση των επιθεωρητών του IAEA στις εγκαταστάσεις που έχουν βομβαρδιστεί και στη μελλοντική διαχείριση των ιρανικών αποθεμάτων ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού.
Η Τεχεράνη, αντιθέτως, συνδέει την πρόοδο στο πυρηνικό ζήτημα με την προηγούμενη άρση των μέτρων οικονομικού εξαναγκασμού.
Η προσέγγιση αυτή δεν συνιστά κατ' ανάγκη άρνηση διπλωματικού ελέγχου.
Η ίδια η πρόταση που συζητείται προβλέπει την επίσημη πρόσκληση διεθνών επιθεωρητών στις πληγείσες πυρηνικές εγκαταστάσεις.
Αποτελεί, ωστόσο, σαφή άρνηση να αντιμετωπιστεί το πυρηνικό πρόγραμμα ως ζήτημα αποκομμένο από τον πόλεμο, τις κυρώσεις και την ασφάλεια της χώρας.
Για το Ιράν, η διεθνής επιτήρηση πρέπει να εντάσσεται σε ένα πλαίσιο αμοιβαίων υποχρεώσεων και σεβασμού της κρατικής κυριαρχίας, όχι να επιβάλλεται ως αποτέλεσμα στρατιωτικών απειλών.
Η Τεχεράνη επιδιώκει συνεπώς να μεταφέρει το βάρος της διαπραγμάτευσης από τη μονομερή απαίτηση πυρηνικών παραχωρήσεων σε μια ευρύτερη συμφωνία ασφάλειας και οικονομικής αποκλιμάκωσης.

Το Κατάρ αναγνωρίζει την ανάγκη πραγματικών ανταλλαγμάτων
Ο ρόλος του Κατάρ αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε αυτή τη συγκυρία.
Οι διαμεσολαβητές του διατηρούν επαφές τόσο με Ιρανούς αξιωματούχους όσο και με τον Λευκό Οίκο, αναζητώντας μια συμφωνία που θα αποτρέψει την επιστροφή σε εκτεταμένες εχθροπραξίες.
Η πρόταση των δύο ημερών αποτελεί προσπάθεια υπέρβασης του βασικού αδιεξόδου: οι ΗΠΑ απαιτούν πυρηνικές παραχωρήσεις, ενώ το Ιράν απαιτεί να προηγηθούν η άρση του αποκλεισμού και η οικονομική αποσυμπίεση.
Είναι ενδεικτικό ότι η ιρανική πλευρά είχε προηγουμένως παρουσιάσει τον Σεπτέμβριο σχέδιο εφαρμογής αμοιβαίων μέτρων σε διάστημα επτά ημερών, αποδεχόμενη στη συνέχεια τη συμπίεση του χρονοδιαγράμματος στις δύο ημέρες, χωρίς να εγκαταλείψει τις βασικές προϋποθέσεις της.
Αυτή η προσαρμογή δείχνει ότι η Τεχεράνη διατηρεί περιθώρια διαδικαστικής ευελιξίας, χωρίς να θεωρεί αναγκαία την υποχώρηση επί της ουσίας.
Η διπλωματική κινητικότητα δεν σημαίνει, πάντως, ότι υπάρχει ήδη συμφωνία.
Ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Τεχεράνη έχουν αποδεχθεί επίσημα το σύνολο του σχεδίου των 48 ωρών.
Οι διαφωνίες παραμένουν σημαντικές, ιδιαίτερα ως προς τη χρονική σειρά των ενεργειών και το μέλλον του ιρανικού πυρηνικού υλικού.

Η κρίσιμη απόφαση βρίσκεται πλέον στην Ουάσιγκτον
Η διπλωματική πρωτοβουλία του Κατάρ αποκαλύπτει μια ουσιαστική μεταβολή στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης.
Το Ιράν, παρά τις στρατιωτικές επιθέσεις και την εκτεταμένη οικονομική πίεση που έχει δεχθεί, εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά μέσα διαπραγμάτευσης και να υπερασπίζεται τις βασικές του απαιτήσεις.
Η Ουάσιγκτον βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια επιλογή με ευρύτερες συνέπειες.
Μπορεί να συνεχίσει την πολιτική του εξαναγκασμού, διακινδυνεύοντας νέα πολεμική κλιμάκωση, περαιτέρω αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής και πρόσθετες αναταράξεις στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Ή μπορεί να αποδεχθεί ότι η αποκλιμάκωση απαιτεί συγκεκριμένα ανταλλάγματα, άρση περιορισμών και διαπραγμάτευση στη βάση αμοιβαίων δεσμεύσεων.
Η δεύτερη επιλογή δεν σημαίνει ότι οι διαφωνίες για το πυρηνικό πρόγραμμα εξαφανίζονται.
Σημαίνει ότι μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσα από μια πολιτική διαδικασία, αντί να χρησιμοποιούνται ως διαρκής αιτιολόγηση για στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Η επιστροφή στην ομαλότητα περνά αναγκαστικά μέσα από τον σεβασμό των ιρανικών απαιτήσεων
Η Τεχεράνη επιδιώκει να αποδείξει ότι δεν μπορεί να εξαναγκαστεί σε μια συμφωνία υποταγής και ότι η επιστροφή στην ομαλότητα περνά αναγκαστικά μέσα από τον σεβασμό των ιρανικών απαιτήσεων.
Το σχέδιο του Κατάρ δεν αποτελεί ακόμη διπλωματική νίκη για καμία πλευρά.
Αποδεικνύει, όμως, ότι η αμερικανική πίεση δεν έχει καταστήσει περιττή τη διαπραγμάτευση με το Ιράν.
Αντίθετα, οι ΗΠΑ καλούνται να εξετάσουν την άρση μέτρων που μέχρι πρόσφατα αποτελούσαν βασικά εργαλεία της στρατηγικής τους.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο εάν το Ιράν θα επιτρέψει ξανά την απρόσκοπτη διέλευση των πλοίων από το Hormuz.
Είναι εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμες να εγκαταλείψουν τη λογική ότι μπορούν να επιβάλλουν μονομερώς τους όρους της ειρήνης.
Διότι μια συμφωνία που θα στηρίζεται αποκλειστικά στην αμερικανική στρατιωτική υπεροχή δεν εγγυάται τη σταθερότητα.
Αντίθετα, μια συμφωνία που θα αναγνωρίζει την κυριαρχία, τα οικονομικά δικαιώματα και τις θεμιτές ανησυχίες ασφαλείας του Ιράν μπορεί να αποτελέσει αφετηρία ουσιαστικής αποκλιμάκωσης.
Και αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη δοκιμασία της αμερικανικής πολιτικής: να αποδεχθεί ότι η ειρήνη στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να οικοδομηθεί ερήμην της Τεχεράνης.

Ομολογία Ισραήλ: Trump και Netanyahu απέτυχαν παταγωδώς στο Ιράν – Δύο πόλεμοι, καμία νίκη
Σφοδρή κριτική στην πολεμική στρατηγική των ΗΠΑ και του Ισραήλ ασκεί η ισραηλινή εφημερίδα Maariv, υποστηρίζοντας ότι οι Donald Trump και Benjamin Netanyahu απέτυχαν να επιτύχουν τους βασικούς στόχους τους απέναντι στο Ιράν.
Ο στρατιωτικός αναλυτής Avi Ashkenazi αμφισβητεί ευθέως τις θριαμβευτικές δηλώσεις των δύο ηγετών, χαρακτηρίζοντας τις εξαγγελίες περί εξάλειψης της ιρανικής απειλής αποκομμένες από την πραγματικότητα.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, το Ιράν βγήκε από δύο πολεμικές αναμετρήσεις διατηρώντας σημαντικά στρατηγικά πλεονεκτήματα, παρά τους εκτεταμένους βομβαρδισμούς.
Η ιρανική κυβέρνηση παραμένει στην εξουσία, η Τεχεράνη επιχειρεί να ανασυγκροτήσει το βαλλιστικό της οπλοστάσιο, ενώ το πυρηνικό πρόγραμμα εξακολουθεί να αποτελεί άλυτο ζήτημα.
Παράλληλα, η επιρροή του Ιράν στη ναυσιπλοΐα του Στενού του Hormuz του επιτρέπει να επηρεάζει τις διεθνείς ενεργειακές αγορές, αυξάνοντας το οικονομικό κόστος της σύγκρουσης.
Η Maariv επισημαίνει ότι οι διακηρύξεις περί ολοκληρωτικής νίκης δεν συμβαδίζουν με τη διατήρηση αυτών των ιρανικών δυνατοτήτων.
Το Ιράν διαψεύδει Times για διανομή χαπιών ιωδίου κοντά σε πυρηνικές εγκαταστάσεις
Εν τω μεταξύ κατηγορηματική διάψευση δημοσιεύματος των βρετανικών Times εξέδωσε το υπουργείο Υγείας του Ιράν, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς περί διανομής χαπιών ιωδίου σε κατοίκους περιοχών κοντά σε ευαίσθητες πυρηνικές εγκαταστάσεις.
Ο διευθυντής Δημοσίων Σχέσεων του ιρανικού υπουργείου Υγείας, Hossein Kermanpour, ξεκαθάρισε ότι κανένας αρμόδιος αξιωματούχος δεν παραχώρησε συνέντευξη στους Times.
«Κανένας αξιωματούχος του υπουργείου Υγείας δεν έχει μιλήσει στους Times και η δήλωση που αποδίδεται στο υπουργείο είναι ψευδής», υπογράμμισε.
Το βρετανικό δημοσίευμα, επικαλούμενο ανώνυμες πηγές, υποστήριζε ότι οι ιρανικές αρχές διανέμουν δισκία ιωδίου σε κατοίκους που διαμένουν σε ακτίνα δύο έως τριών χιλιομέτρων από πυρηνικές εγκαταστάσεις.
Ο Kermanpour τόνισε ότι το ιρανικό σύστημα υγείας παραμένει προετοιμασμένο να αντιμετωπίσει διαφορετικά σενάρια έκτακτης ανάγκης και απειλές.
Παράλληλα, επισήμανε ότι η κήρυξη πολεμικής κατάστασης δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες του υπουργείου Υγείας.
«Η δημοσίευση ανεπιβεβαίωτων ειδήσεων υπό αυτές τις συνθήκες είναι ανεύθυνη», ανέφερε χαρακτηριστικά.

www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών